Λέγοντας ο Απόστολος, «Ας εξετάζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, και έτσι ας τρώει από τον άρτο και ας πίνει από το ποτήριο, γιατί εκείνος που τρώει και πίνει κατά τρόπο ανάξιο, τρώει και πίνει την καταδίκη του, επειδή δεν διακρίνει το σώμα και το αίμα του Κυρίου.

Ερώτηση 7η: Είναι άραγε καλό να κοινωνούμε συνεχώς, ή κατά διαλείμματα;
Απάντηση:
Λέγοντας ο Απόστολος, «Ας εξετάζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, και έτσι ας τρώει από τον άρτο και ας πίνει από το ποτήριο, γιατί εκείνος που τρώει και πίνει κατά τρόπο ανάξιο, τρώει και πίνει την καταδίκη του, επειδή δεν διακρίνει το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Και γι’ αυτό μεταξύ σας υπάρχουν πολλοί ανήμποροι και άρρωστοι, και αρκετοί πέθαναν. Ενώ εάν κρίναμε τους εαυτούς μας όπως πρέπει, δεν θα κρινόμασταν. Αλλά όταν κρινόμαστε από τον Κύριο, παιδαγωγούμαστε, για να μη κατακριθούμε μαζί με τον κόσμο» (Α΄ Κορ. 11,28-32), είναι ολοφάνερο, ότι πρέπει να εξαγνίζουμε και να καθαρίζουμε προηγουμένως τον εαυτό μας από κάθε αντίθετη πράξη, και έπειτα να πηγαίνουμε στη θεία κοινωνία, για να μη αποβεί σε καταστροφή της ψυχής και του σώματος μας.
Γιατί λέει ο Θεός μέσω του Μωυσή στον ισραηλιτικό λαό· «Κάθε άνθρωπος από κάθε γενιά που θα προσέλθει στα άγια για να προσφέρει στον Κύριο όσα φέρουν οι Ισραηλίτες, και είναι ακάθαρτος, θα εξολοθρευτεί η ψυχή εκείνη από μένα» (Λευΐτ. 22, 3). Και πάλι· «Να κάνετε τους υιούς σας προσεκτικούς από τις ακαθαρσίες τους, για να μη θανατωθούν εξαιτίας της ακαθαρσίας τους μπαίνοντας στη σκηνή μου και μολύνοντας την» (Λευΐτ. 15, 31).
Εξαιτίας αυτού και ο Απόστολος λέει σ’ αυτούς που κοινωνούν ανάξια, όπως ειπώθηκε· «Γι’ αυτό υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί ανήμποροι και άρρωστοι, και έχουν πεθάνει αρκετοί» (Α΄ Κορ. 11, 30), δηλαδή αρρωσταίνουν και πεθαίνουν. Γι’ αυτό ακριβώς και τον θείο Δαβίδ, όταν επρόκειτο να φάει ο ίδιος και η ακολουθία του τους άρτους της προθέσεως, που ήταν προτύπωση του σώματος του Χριστού, αυτό τον ρώτησε αμέσως ο αρχιερέας, εάν είναι καθαρός από γυναίκα, και τότε του έδωσε τους άρτους (Α΄ Βασ. 21, 4 και 6).
Του Χρυσοστόμου, από την ερμηνεία στην προς Εφεσίους.
Βλέπω πολλούς να κοινωνούν το σώμα του Χριστού έτσι απλά και τυχαία, και συμμετέχουν μάλλον από συνήθεια ακολουθώντας τον νόμο, παρά με περίσκεψη και σκέψη καθαρή. Όταν έρχεται ο καιρός της αγίας Τεσσαρακοστής και του Πάσχα, λέει, όποιος και να είναι συμμετέχει στα μυστήρια. Όμως δεν πρέπει να προσέχουμε τις γιορτές, αλλά να καθαρίζουμε τη συνείδηση, και τότε να κοινωνούμε. Γιατί ο ακάθαρτος και ανάξιος ούτε κατά τη γιορτή δικαιούται να κοινωνεί την άγια και φρικτή σάρκα.
Σκέψου λοιπόν, ότι εκείνοι που έπαιρναν μέρος στην παλιά θυσία, συμμετείχαν με πολλή περίσκεψη, γιατί εξαγνίζονταν πρώτα και καθαρίζονταν από κάθε πλευρά. Ενώ εσύ προσερχόμενος σε θυσία, την οποία ακόμα και οι άγγελοι τρέμουν, περιορίζεις την πράξη σου στις χρονικές περιόδους και με μολυσμένα χέρια και χείλη τολμάς να κοινωνείς το σώμα και αίμα του Χριστού; Και βασιλιά βέβαια επίγειο δε θα τολμούσες να φιλήσεις αν μύριζε το στόμα σου, ενώ τον βασιλιά του ουρανού τον φιλάς με ψυχή που αποπνέει τόση βρωμιά; Η πράξη αυτή αποτελεί βρισιά.
Επομένως, εάν δεν είσαι άξιος να μεταλάβεις, δεν είσαι άξιος ούτε για προσευχή, ούτε και να στέκεσαι μαζί με εκείνους που είναι άξιοι. Γιατί ακούς τον κήρυκα που λέει· Όσοι έχετε μετανοήσει πλησιάστε. Και όσοι δεν συμμετέχουν στο μυστήριο, δεν έχουν μετανοήσει.
Του ιδίου, από την ερμηνεία στην προς Εβραίους επιστολή.
Πολλοί στη θυσία αυτή συμμετέχουν μια φορά τον χρόνο, άλλοι πάλι δύο φορές και άλλοι πολλές. Ο λόγος απευθύνεται προς όλους αυτούς, και όχι μόνο σ’ αυτούς που είναι εδώ, αλλά και σ’ εκείνους που διαμένουν στην έρημο. Γιατί εκείνοι κοινωνούν μια φορά τον χρόνο, πολλές φορές μάλιστα και κάθε δύο χρόνια. Τι λοιπόν; Ποιους θα παραδεχτούμε; αυτούς που κοινωνούν μια φορά, ή εκείνους που κοινωνούν πολλές φορές; Ούτε εκείνους που κοινωνούν μία φορά, ούτε εκείνους που κοινωνούν πολλές φορές, ούτε και εκείνους που λίγες, αλλά οπωσδήποτε εκείνους που κοινωνούν με καθαρή συνείδηση, αυτούς που κάνουν ζωή που δεν μπορεί να γίνει κατανοητή. Αυτοί να προσέρχονται πάντοτε, ενώ οι άλλοι ούτε μια φορά.
Γιατί όμως; Διότι μεταλαμβάνοντας ανάξια, δέχονται μέσα τους αμαρτία και τιμωρία και καταδίκη και κόλαση. Και μην απορήσεις. Γιατί, όπως η τροφή, που είναι από τη φύση της θρεπτική, αν πέσει σε άνθρωπο που τρέφεται κακώς, τα εξαφανίζει όλα και τα καταστρέφει, και γίνεται αιτία αρρώστιας, έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τα άγια μυστήρια. Τραπέζι πνευματικό απολαμβάνεις, και ανακατεύεις το στόμα σου με βούρκο; Το χρίεις με μύρο και το ξαναγεμίζεις με βρωμιές; Μετά από ένα χρόνο συμμετέχεις στη θεία μετάληψη και νομίζεις ότι σαράντα μέρες σου φτάνουν για να καθαρίσεις τα αμαρτήματα ολόκληρου του χρόνου; Και πάλι, μόλις περάσει μια εβδομάδα, παραδίνεις τον εαυτό σου στα προηγούμενα;
Πες μου δηλαδή· εάν γίνεις καλά επί σαράντα μέρες μετά από μακρά ασθένεια, και παραδώσεις πάλι τον εαυτό σου στα φαγητά που σε αρρωσταίνουν, δε θα χάσεις και τον προηγούμενο κόπο σου, και θα βλάψεις τον εαυτό σου περισσότερο; Γιατί, εάν μεταβάλλονται τα φυσικά, πολύ περισσότερο τα ζητήματα της προαιρέσεως. Διαθέτεις σαράντα μέρες στην υγεία της ψυχής, ίσως μάλιστα ούτε και σαράντα, και περιμένεις να εξευμενιστεί ο Θεός; Αστειεύεσαι λέγοντας τα αυτά. Γι’ αυτό λοιπόν εκφωνεί ο ιερέας λέγοντας, «Τα άγια στους αγίους» [τὰ Ἄγια τοῖς ἁγίοις], δηλαδή εάν κάποιος δεν είναι άγιος, να μη πλησιάσει. Δεν λέει απλώς ο καθαρός από αμαρτίες, αλλά ο άγιος,
Του αγίου Βασιλείου, από την επιστολή του προς τον πατρίκιο Καισάριο.
Ότι το να αναγκάζεται κάποιος, όταν δεν υπάρχει ιερέας, να παίρνει την κοινωνία με τα δικά του χέρια, δεν είναι καθόλου βαρύ παράπτωμα, είναι περιττό να το αποδείξω, αφού και η μακρά συνήθεια και η ίδια η πράξη το βεβαιώνουν. Γιατί όλοι όσοι μονάζουν στις ερήμους, όπου δεν υπάρχει ιερέας, έχοντας στο σπίτι τους κοινωνία, κοινωνούν μόνοι τους. Στην Αλεξάνδρεια μάλιστα και στην Αίγυπτο ο κάθε λαϊκός κατά κανόνα έχει στο σπίτι του κοινωνία, και όταν θέλει μεταλαβαίνει από μόνος του. Γιατί, όταν μια φορά τελέσει ο ιερέας τη θυσία και τη δώσει, εκείνος που την έλαβε, όταν μεταλαβαίνει οφείλει να πιστεύει ότι μεταλαβαίνει από τον ίδιο τον ιερέα. Γιατί στην Εκκλησία ο ιερέας παραδίνει τη μερίδα, και αυτός που τη δέχτηκε την κρατά με κάθε δικαίωμα, και έτσι τη φέρνει στο στόμα με το δικό του χέρι. Την ίδια λοιπόν δύναμη έχει, είτε μια μερίδα πάρει κάποιος από τον ιερέα, είτε πολλές μερίδες μαζί.
Πηγή: (ΕΠΕ, Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών 13Β, Αναστασίου του Σιναΐτη. Άπαντα τα έργα. Ερωταποκρίσεις Α΄ – ΞΔ΄. εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλλονίκη 1998.), Ελληνική Πατρολογία

