
Ερώτηση 18η: Άραγε όλοι όσοι πέφτουν από ύψος ή καλύπτονται από χώματα ή πνίγονται, το παθαίνουν αυτό από θεία απειλή και παραχώρηση ή από ενέργεια του πονηρού;
Απάντηση:
Ότι είναι ανεξερεύνητα τα κρίματα του Θεού και ανεξιχνίαστες οι οδοί αυτού, όπως λέει και η Γραφή [Ρωμ. ια’ 33], είναι φανερό. Παρά ταύτα όμως, δεν είναι αλήθεια ότι όλοι όσοι πεθαίνουν με βίαιο θάνατο, το παθαίνουν αυτό εξ αιτίας των αμαρτιών τους. Διότι και οι γιοι του Ιώβ, παρ’ όλο που ήταν δίκαιοι, θάφτηκαν κάτω από τα ερείπια του σπιτιού τους [Ιώβ α’ 19].
Αλλά και ο Χριστός μας το διδάσκει αυτό λέγοντας. ότι δεν ήταν αμαρτωλότεροι απ’ όσους κατοικούσαν την Ιερουσαλήμ εκείνοι οι δεκαοκτώ άνδρες, πάνω στους οποίους έπεσε ο πύργος του Σιλωάμ [Λουκ. ιγ’ 4]· ούτε πάλι εκείνοι των οποίων το αίμα ο Πιλάτος ανέμιξε με τις θυσίες [Λουκ. ιγ’ 2].
Από αυτά λοιπόν μαθαίνουμε ότι και οι δίκαιοι πολλές φορές πεθαίνουν με βίαιο θάνατο σύμφωνα με αφανείς και άγνωστες αποφάσεις του Θεού, οι οποίες οφείλονται σε τρεις λόγους:
Πολλές φορές ο Θεός επιτρέπει κάποιοι όσιοι άνδρες να θανατωθούν από θηρία ή από σεισμούς ή από πνιγμό ή από πτώση σε γκρεμούς, για να φοβηθούν οι υπόλοιποι και να πουν: «Αν αυτός που ήταν άνθρωπος του Θεού έπαθε κάτι τέτοιο, άραγε τι πρόκειται να πάθουμε εμείς οι αμαρτωλοί; Και εάν ο δίκαιος μόλις που σώζεται, ο ασεβής και αμαρτωλός πού θα βρεθεί; [Α’ Πέτρ. δ’ 18]»
Άλλοι πάλι, που είχαν ίσως κάποια μικρά ελαττώματα και επετράπη να υποστούν αυτόν τον βίαιο θάνατο, θα ευρεθούν πλέον τέλειοι μπροστά στον Θεό.
Και κάποιοι άλλοι, που πολλές φορές σαν δυνατοί πήραν επάνω τους τις αμαρτίες του λαού, παραδίδονται γι’ αυτόν τον λόγο σε πειρασμούς και οδυνηρό θάνατο προκαλώντας έτσι μεγαλύτερη σωτηρία και στον εαυτό τους και στον λαό.
Διότι και ο Χριστός για τις αμαρτίες μας πληγώθηκε [Ησ. νγ’ 5] και για χάρη μας δέχθηκε τον θάνατο. Έχοντας λοιπόν αυτό υπ’ όψιν ας μην απορήσουμε, όταν βλέπουμε ότι ο Ησαΐας πριονίστηκε [Κατά την παράδοση], ο Ιωάννης αποκεφαλίστηκε [Ματθ. ιδ’ 10], ο Στέφανος λιθοβολήθηκε [Πράξ. ζ’ 58-60], ο Πέτρος σταυρώθηκε και πολλοί άλλοι άγιοι περιέπεσαν σε φοβερούς κινδύνους και θανάτους.
Κατά τον ίδιο τρόπο, σε τρεις λόγους μπορεί να αποδοθεί και ο βίαιος θάνατος των κακών ανθρώπων:
Ή για να σωφρονιστούν οι υπόλοιποι από το φοβερό περιστατικό που τους συνέβη.
Ή για να βρουν και οι ίδιοι κάποια ανακούφιση στην άλλη ζωή (διότι πάρα πολλή ωφέλεια βρίσκουν εκεί όσοι χωρίζονται από το σώμα με πικρό θάνατο. Κι αυτό εννοούσε ο Κύριος, όταν έλεγε αναφερόμενος σε κάποιες πόλεις που δεν δέχθηκαν το κήρυγμά του: τα Σόδομα και τα Γόμορρα θα έχουν ανεκτότερη τιμωρία κατά την ημέρα της κρίσεως παρά η πόλις εκείνη) [Ματθ. ι΄15].
Ή πάλι από θεία οργή και απειλή, όπως συνέβη στην περίπτωση του Φαραώ [Εξ. ιδ’ 27-28] και του κατακλυσμού [Γέν. ζ’ 4-6].
Άλλοι δηλαδή υποφέρουν μόνον εδώ, όπως ο Λάζαρος, άλλοι εν μέρει εδώ και εν μέρει μετά θάνατον, όπως ακριβώς εκείνοι που κάηκαν στα Σόδομα [Γέν. ιθ’ 24-25], και άλλοι μόνον μετά θάνατον, όπως ο πλούσιος της παραβολής του Λαζάρου [Λουκ. ις’ 19-31].
Λοιπόν όταν δεις ότι κάποιος έπεσε σε γκρεμό ή πνίγηκε, να μη λες ούτε να εξετάζεις: «Γιατί πέθανε μ’ αυτό τον τρόπο; Άραγε είχε φθάσει η ώρα του, ή πέθανε πρόωρα; Ή μήπως αυτό συνέβη με συνεργία του διαβόλου;».
Πρέπει να γνωρίζεις ότι πολλές φορές περιπίπτουμε σε πειρασμούς και συμφορές και θανάτους από δική μας αδιακρισία και αυθάδεια. Όπως παραδείγματος χάριν παθαίνουν οι ναυτικοί οι οποίοι, ενώ βλέπουν να προμηνύεται κακοκαιρία, βγάζουν το πλοίο από το λιμάνι και εκθέτουν τον εαυτό τους σε άλλους κινδύνους από μόνοι τους, χωρίς να το θέλει αυτό ούτε ο Θεός ούτε όμως και ο διάβολος. Αλλά τα κάνουν αυτά και τα παρόμοια με δική τους πρωτοβουλία και αυτεξουσιότητα.
Διότι από τα λόγια του Χριστού: σ’ εσάς ακόμη και οι τρίχες της κεφαλής σας είναι όλες αριθμημένες [Λουκ. ιβ’ 7] γίνεται φανερό ότι ο σατανάς δεν έχει καμία εξουσία όχι μόνον στους ανθρώπους, αλλά ούτε και στα άλογα ζώα και τους χοίρους, όπως μαρτυρεί και το Ευαγγέλιο [Ματθ. η’ 30-32].
Επομένως άλλοι μεν από αυτούς τους βίαιους θανάτους συμβαίνουν, όπως έχει λεχθεί, πολλές φορές σαν απειλή του Θεού προς αυτούς που αμαρτάνουν αμετανόητα, όπως συνέβη στις περιπτώσεις του κατακλυσμού και των Σοδόμων. Διότι λέει η Γραφή ότι, οι φαύλοι έχουν απαίσιο θάνατο [Ιώβ θ’23] και ο θάνατος των αμαρτωλών είναι κακός [Ψαλμ. λγ’ 22] και όταν ξεσπάσει καταιγίδα, αφανίζεται ο ασεβής [Παροιμ. ι’ 25] και ο δίκαιος διαφεύγει την παγίδα, αντ’ αυτού δε παραδίδεται σ’ αυτήν ο ασεβής [Παροιμ. ια’ ].
Άλλοι πάλι κατά θεία παραχώρηση, όπως στην περίπτωση των παιδιών του Ιώβ [Ιώβ α’ 19].
Άλλοι δε τέλος με απλή γνώση του Θεού, χωρίς αυτός ούτε να ευαρεστείται, αλλά ούτε και να παρεμποδίζει. Διότι λέει: Δεν πωλούνται δύο σπουργίτια για ένα μόνο ασσάριο; Και όμως ούτε ένα από αυτά δεν πέφτει στο χώμα χωρίς τον επουράνιο Πατέρα μου [Ματθ. ι’ 29]. Αυτά δε τα έλεγε θέλοντας να δείξει, ότι τίποτε δεν γίνεται, χωρίς να το γνωρίζει ο Θεός· όχι όμως και ότι αυτός είναι που ενεργεί σε όλα [πρβλ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΛΔ’: Τι γαρ ευτελέστερον εκείνων; Φησίν· αλλ’ όμως ουδέ εκείνα αλώσεται, αγνοούντος του Θεού. Ου γαρ τούτο φησιν, ότι ενεργούντος αυτού πίπτει- τούτο γαρ ανάξιον Θεού- αλλ’ ότι ουδέν αυτόν λανθάνει των γινομένων].
Ίσως δε και με θέλημα Θεού να πεθαίνουν μερικοί πολλές φορές με πικρό θάνατο, προς σωτηρία τους, καθώς προανέφερα.
Όταν για παράδειγμα ο βασιλιάς Μαυρίκιος [Φλάβιος Μαυρίκιος Τιβέριος, 582-602] παρακάλεσε τον Θεό να πληρώσει στον κόσμο αυτό για τα αμαρτήματα του, είδε στο όνειρό του κάποιον υπέρλαμπρο βασιλέα, που έδωσε διαταγή να παραδοθεί προς θάνατον στον στρατιώτη Φωκά, πράγμα το οποίο και έγινε.
Επίσης υπήρχε και κάποιος αναχωρητής φημισμένος για τα σημεία και θαύματα του, που είχε μαζί του στην έρημο και έναν υποτακτικό. Συνέβη λοιπόν μια μέρα ο μαθητής να επισκεφθεί μια πόλι που είχε έναν κακό και άθεο άρχοντα. Αυτός είχε πεθάνει και κηδευόταν συνοδευόμενος από πλήθος ανθρώπων, με πολλές τιμές, κεριά και θυμιάματα. Όταν ο υποτακτικός επέστρεψε στην έρημο, βρήκε τον θεοφόρο γέροντα του κατασπαραγμένο από μια ύαινα.
Άρχισε λοιπόν να αδημονεί και σχεδόν να αντιδικεί με τον Θεό λέγοντας: «Πού είναι η δίκαιη κρίση σου, Κύριε; Πώς εκείνος ο κακός άρχοντας, που σε παρόργισε πολύ, πέθανε τόσο ένδοξα, ενώ αυτός ο άγιος, που σε υπηρέτησε πιστά, έγινε τροφή ενός θηρίου;».
Και ενώ έλεγε αυτά και άλλα παρόμοια, παραπονούμενος, παρουσιάσθηκε άγγελος Κυρίου και του είπε: «Εκείνος ο άρχοντας, που ήταν τελείως κακός, έκανε μια καλή πράξη. Με την τιμή που του έγινε στην κηδεία έλαβε τον μισθό για εκείνο το καλό του έργο και έτσι έφυγε για την άλλη ζωή τελείως καταδικασμένος. Ο δικός σου πάλι γέροντας, που έκανε όλες τις θεάρεστες πράξεις, είχε ως άνθρωπος και κάποιο μικρό ελάττωμα και με αυτόν τον πικρό θάνατο το ξεπλήρωσε και απήλθε εκεί τελείως καθαρός».
Δεν πρέπει λοιπόν να κατακρίνουμε αποφαντικά όσους πεθαίνουν με βίαιο θάνατο και να λέμε ότι αυτό το παθαίνουν εξ αιτίας των αμαρτιών τους. Διότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει ξεκάθαρα με τι κριτήρια τα κανονίζει αυτά ο Θεός. Πολλές φορές τέτοιοι θάνατοι συνέβησαν και σε δίκαιους ανθρώπους από κάποιες άγνωστες αιτίες.
Διότι ο Εκκλησιαστής λέει: Είναι δυνατόν ο δίκαιος να απωλεσθεί ενώ ευρίσκεται στο δρόμο του Θεού και ο ασεβής να παραμείνει στην κακία του. Είναι όμως επίσης δυνατόν ο δίκαιος να ανταμειφθεί σ’ αυτήν την ζωή από τον Θεό σύμφωνα με τις πράξεις του [Εκκλ.ζ’ 15].
Και ο Δαβίδ λέγει: Θεέ μου, ήλθαν ειδωλολάτρες στην χώρα της κληρονομίας σου, μόλυναν τον άγιο ναό Σου, κατέστησαν την Ιερουσαλήμ σαν αποθήκη οπωρικών, άφησαν τα πτώματα των δούλων σου φαγητό στα όρνεα του ουρανού και τις σάρκες των οσίων σου στα θηρία της γης. Έχυσαν το αίμα τους σαν νερό γύρω από την Ιερουσαλήμ και δεν υπήρχε άνθρωπος να τους θάψει [Ψαλμ. οη’ 1-3].
Ακόμη πολλοί δίκαιοι ζουν λίγα χρόνια προς το συμφέρον της ψυχής τους, όπως λέγει ο Σολομών: Επειδή ευαρέστησε τον Κύριο αγαπήθηκε από Αυτόν, και ενώ ζούσε μεταξύ των αμαρτωλών, μετατέθηκε στην αιωνιότητα. Πάρθηκε αιφνίδια, για να μη μεταβάλει η κακία την σύνεση του και να μην απατήσει η δολιότητα την ψυχή του. Διότι ο φθόνος της ανηθικότητας αμαυρώνει τα καλά και ο ρεμβασμός των κοσμικών επιθυμιών διαστρέφει τον άκακο νου. Αν και έζησε λίγο, εντούτοις έγινε γέρων κατά την αρετή. Η ψυχή του ήταν αρεστή στον Κύριο, και γι’ αυτό αρπάχτηκε από το περιβάλλον των αμαρτωλών [Σοφ. Σολ. δ’ 10-14].
Επίσης οι δίκαιοι περιπίπτουν πολλές φορές σε μακροχρόνιες σωματικές ασθένειες, με τις οποίες υποφέρουν συνήθως οι αμαρτωλοί, διότι το επιτρέπει ο Θεός, που θέλει να δείξει σε όλους εμάς την αξία της πίστεως και της υπομονής των δικαίων ακόμη και μέσα σε τέτοιες συμφορές και κακούς θανάτους· δηλαδή ότι δέχθηκαν ευχαρίστως όλα τα επίπονα και θλιβερά πράγματα και υπέμειναν πικρούς θανάτους, χωρίς να αλλοιωθούν καθόλου στην αγάπη τους προς τον Θεό.
Όπως και ο Ισαάκ, ο οποίος, όταν στα γεράματα του στερήθηκε το πρόσκαιρο τούτο φως [Γεν. κζ’ 1], δεν κλονίστηκε από την αγάπη του προς τον Θεό.
Και ο Ιώβ επίσης, παρ’ όλο που παραδόθηκε σε μεγάλους πειρασμούς, έμεινε ακλόνητος.
Ακόμη δε και ο Απόστολος, ενώ είχε διά βίου μια ασθένεια στο σώμα του, δεν έπαυσε να αγαπά τον Θεό. Σ’ αυτήν την ασθένεια αναφέρεται, όταν λέει: Και για τις υπερβολικές αποκαλύψεις, μού δόθηκε αγκάθι στην σάρκα, άγγελος του Σατανά, για να με χαστουκίζει, ώστε να μην υπερηφανεύομαι. Τρεις φορές παρακάλεσα τον Κύριο να με απαλλάξει από αυτήν την δοκιμασία, και μου απάντησε: «Σου είναι αρκετή η χάρη μου, διότι η δική μου δύναμη τελειοποιείται με την ασθένεια» [Β’ Κορ. ιβ’ 7-9].
Και πάλι απευθυνόμενος στους Γαλάτες ομιλεί για την ασθένεια του ως εξής: Και για την σωματική μου δοκιμασία δεν με περιφρονήσατε ούτε με αηδιάσατε, αλλά με δεχθήκατε σαν απεσταλμένο του Θεού, σαν τον ίδιο τον Ιησού Χριστό [Γαλ. δ’ 14].
Επειδή λοιπόν, όπως αποδείχθηκε, και σε αγίους άνδρες ακόμη συμβαίνουν κάποια πράγματα δυσάρεστα και σωματικές ασθένειες και θάνατοι οδυνηροί, δεν μπορούμε βιαστικά και απόλυτα να κατακρίνουμε ως αμαρτωλούς όσους παθαίνουν κάτι τέτοιο, μην τυχόν βγάζοντας λανθασμένες αποφάσεις για τα παραπάνω, γίνουμε όμοιοι με τους φίλους του Ιώβ, που όταν είδαν την απαίσια πληγή και τον σωρό απ’ τα σκουλήκια, τον κατέκριναν σαν αμαρτωλό, επειδή αγνόησαν την θεία οικονομία, που επέτρεψε να πάθη αυτός τόσο μεγάλους πειρασμούς από τον διάβολο. Και επρόκειτο να κληρονομήσουν φοβερή απώλεια για την ψυχή τους, επειδή μίλησαν αντίθετα με την αλήθεια, αν η προσευχή του Ιώβ δεν προλάβαινε να τους εξιλεώσει ενώπιον του Θεού [Ιώβ μβ’7-9].
Ο φονιάς εξ άλλου φονεύει μεν αυτόν που έπεσε στα χέρια του κατά θεία παραχώρηση, φονεύεται όμως στην συνέχεια και ο ίδιος από τους άρχοντες κατά τον Νόμο του Κυρίου, διότι επιθύμησε και εκτέλεσε μια κακοήθη πράξη.
Από τον λόγο, περί Προνοίας του επισκόπου Εμέσης Νεμεσίου
Πώς λοιπόν, λέει, οι όσιοι άνδρες περιπίπτουν σε πικρούς θανάτους και αδικαιολόγητες σφαγές; Και αν μεν αδίκως, γιατί δεν εμποδίζει τον φόνο η θεία Πρόνοια; Αν δε δικαίως, τότε είναι ανεύθυνοι οπωσδήποτε αυτοί που φονεύουν.
Σ’ αυτά εμείς έχουμε να πούμε, ότι ο φονιάς φονεύει αδίκως, ενώ ο φονευόμενος φονεύεται ή δικαίως, ή προς το συμφέρον του.
Δικαίως μεν για πράξεις αμαρτωλές που είναι σ’ εμάς άγνωστες. Προς το συμφέρον του δε, όταν η θεία Πρόνοια προλαβαίνει τις κακές πράξεις τις οποίες πρόκειται να κάνει και κρίνει ότι τον συμφέρει να σταματήσει η ζωή του ως εδώ.
Ο δε φονιάς φονεύει αδίκως, διότι το κάνει με την θέληση του για κέρδος και ληστεία. Διότι από εμάς εξαρτάται η πράξη, όμως το πάθημα δεν το ορίζουμε εμείς, το αν δηλαδή θα υποστούμε φόνο. Και κανένα είδος θανάτου δεν είναι κακό, παρά μόνον αυτό που οφείλεται στην αμαρτία, όπως γίνεται φανερό από τον θάνατο των οσίων ανδρών. Διότι, λέει, είναι τιμημένος ο θάνατος των οσίων αυτού [Ψαλμ. ριε’ 6].
Ο αμαρτωλός όμως, είτε πεθάνει στο κρεββάτι, είτε ξαφνικά και χωρίς ταλαιπωρία, κακό θάνατο βρίσκει, αφού παίρνει μαζί του στον τάφο σαν κακό σύντροφο την αμαρτία. Διότι, λέει, ο θάνατος των αμαρτωλών είναι κακός [Ψαλμ. λγ’ 22].
Αυτός λοιπόν που διαπράττει τον φόνο, κάνει κακό. Διότι στην μεν περίπτωση των δικαίως φονευομένων κατατάσσεται στην κατηγορία των δημίων, στην δε περίπτωση των φονευομένων προς το συμφέρον της ψυχής τους κατατάσσεται στην κατηγορία των μιαρών και ανόσιων δολοφόνων.
Από τον λόγο του αγίου Βασιλείου: «Ότι δεν είναι αίτιος των κακών ο Θεός».
Το κατ’ εξοχήν κακό, το οποίο πρωτίστως αξίζει να ονομάζεται κακό, είναι η αμαρτία και εξαρτάται από την δική μας προαίρεση. Από εμάς εξαρτάται το να απέχουμε από την κακία ή το να είμαστε μοχθηροί.
Από τα υπόλοιπα κακά, άλλα μεν επιτρέπονται ως αγωνίσματα για να φανερωθεί η ανδρεία των αγωνιστών, όπως στην περίπτωση του Ιώβ η στέρηση των παιδιών, η αιφνίδια εξαφάνιση όλης της περιουσίας και η πληγή του έλκους [Ιώβ α’ 14-19, β’ 7].
Άλλα δε ως θεραπεία των αμαρτιών, όπως στην περίπτωση του Δαβίδ, η ατίμωση του βασιλικού οίκου, για να τιμωρηθεί για την παράνομη επιθυμία του [πρβλ. Β’ Βασ. ιβ’ 11-12].
Επίσης αντιληφθήκαμε ότι και κάποιο άλλο είδος συμφοράς προέρχεται από την δίκαιη κρίση του Θεού, ώστε να κάνη περισσότερο συνετούς αυτούς που εύκολα ρέπουν προς την αμαρτία, όπως στην περίπτωση του Δαθάν και του Αβειρών, που άνοιξε κάτω από τα πόδια τους η γη σαν βάραθρο και τους κατάπιε [Αριθ. ις’ 31-34]. Εδώ βέβαια δεν ωφελήθηκαν καθόλου αυτοί οι ίδιοι με τον τρόπο αυτό της τιμωρίας, εφ’ όσον πήγαν κατ’ ευθείαν στον άδη, αλλά με το πάθημά τους έκαμαν πιο συνετούς τους υπολοίπους.
Έτσι και ο Φαραώ καταποντίστηκε μαζί με όλο τον στρατό του [Εξ. ιδ’ 27-28]. Έτσι εξοντώθηκαν από τους Ισραηλίτες οι προηγούμενοι κάτοικοι της Παλαιστίνης [πρβλ. Πραξ. ιγ’ 19].
Από τον λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, για τον σεισμό
Δεν υπάρχει άνθρωπος δίκαιος που δεν έκαμε κάποιο αμάρτημα, ούτε και αμαρτωλός που δεν έχει κάποιο καλό.
Αν δεις λοιπόν κάποιον δίκαιο να ασθενεί ή να πέφτει σε κάποιο πειρασμό, μη θορυβηθείς, αλλά σκέψου γι’ αυτόν και πες: «Αυτός ο δίκαιος οπωσδήποτε θα διέπραξε σαν άνθρωπος κάποιο μικρό κακό και τιμωρείται εδώ, για να μην τιμωρηθεί στην αιωνιότητα».
Αν δεις πάλι κάποιον αμαρτωλό, που αρπάζει, πλεονεκτεί και κάνει μύρια κακά, να ευημερεί, μην απορήσεις, αλλά πες: «Αυτός που διαπράττει τόσα κακά και δεν παθαίνει καμία συμφορά, οπωσδήποτε έχει κάνει κάποιο καλό και ανταμείβεται γι’ αυτό εδώ, για να κολασθεί έπειτα στην αιωνιότητα».
Γι’ αυτό και ο Αβραάμ, επειδή συνέβαινε και ο Λάζαρος να έχει κάποια αμαρτία και ο πλούσιος κάποιο καλό έργο, έλεγε: Έλαβες την ανταπόδοση των καλών σου πράξεων στην επίγεια ζωή σου, και ο Λάζαρος των κακών [Λουκ. ις’ 25].
Από τον λόγο του ιδίου, προς τον Σταγείριο
Και ερωτά κανείς: «Γιατί πολλοί από την αρχή μέχρι το τέλος της ζωής τους έπεσαν σε πολλές συμφορές;». Διότι κατά πρώτο λόγο ο Θεός τους τιμωρεί για την κακία τους, ενώ κατά δεύτερο, για να ωφεληθούν και άλλοι από τα κακά που τους συμβαίνουν. Αν όμως δεν βρίσκει τούτο εφαρμογή σε όλους, αυτό οφείλεται στο ότι δεν ήλθε ακόμη ο καιρός της κρίσεως.
«Γιατί λοιπόν, λέει, ορισμένοι τιμωρούνται σαν μεγάλοι αμαρτωλοί πριν ακόμη αποκτήσουν την γνώση του καλού και του κακού;» Η αιτία που συμβαίνει αυτό δεν είναι μία, αλλά πολλές και διάφορες. Διότι αυτό θα μπορούσε να οφείλεται και στην αδιαφορία των γονέων που τους ανέθρεψαν και στο κακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσαν και σε πολλές άλλες αιτίες. Επιπλέον δε ο Θεός γνωρίζει ότι πολλοί από αυτούς θα γίνουν κακοί και έτσι τους συγκρατεί με αυτές τις τιμωρίες, σαν με κάποιες χειροπέδες.
Από την ερμηνεία στην Β’ προς Τιμόθεον επιστολή. του ιδίου
Αν δεν τιμωρείτο κανένας αμαρτωλός, ο καθένας θα πίστευε ότι ο Θεός δεν φροντίζει για τα ανθρώπινα πράγματα.
Και αν τιμωρούντο όλοι εδώ, κανείς δεν θα πίστευε ότι θα γίνει ανάσταση, επειδή όλοι θα απολάμβαναν την ανταπόδοση των έργων τους εδώ.
Γι’ αυτό άλλοτε τιμωρεί και άλλοτε όχι. Γι’ αυτό τον λόγο θλίβονται οι δίκαιοι σ’ αυτήν την ζωή, γιατί είναι πάροικοι, είναι ξένοι, γιατί ζουν στην εξορία· και τα υπομένουν αυτά για να δοκιμασθούν, όπως ο Ιώβ. Αν όμως κάποτε και οι αμαρτωλοί υποστούν κάτι παρόμοιο, τιμωρούνται για τις αμαρτίες τους. Διότι υπάρχουν και μερικοί καλοί που έχουν κάποιες κακές πράξεις και αυτές τις αποθέτουν εδώ, όπως επίσης και μερικοί κακοί που έχουν κάποια καλά και ανταμείβονται γι’ αυτά εδώ, για να τιμωρηθούν στην άλλη ζωή.
Από την ερμηνεία του ιδίου, στο κατά Ιωάννην
Και για ποιον λόγο, λέγει, δεν τιμωρούνται όλοι σύμφωνα με το ίδιο μέτρο; Διότι βέβαια βλέπουμε πολλούς φαύλους να έχουν εύρωστα και σφριγηλά σώματα και να απολαμβάνουν μεγάλη ευημερία. Το γεγονός όμως ότι αυτοί δεν υποφέρουν καθόλου εδώ, γίνεται πρόξενο μεγαλύτερης τιμωρίας εκεί. Και αυτό εννοούσε ο Απόστολος, όταν έλεγε: Επειδή κρινόμαστε από τον Κύριο, παιδευόμαστε σε αυτήν την ζωή, για να μην καταδικασθούμε στην άλλη μαζί με τον κόσμο [Α’ Κορ. ια’ 32].
Από το λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, περί φιλοπτωχείας
Το αν οι συμφορές, δηλ. οι αρρώστιες, προέρχονται από τον Θεό, δεν είναι και τόσο φανερό, εφ’ όσον και από μόνη της η υλική φύση ενέχει την ανωμαλία, όπως συμβαίνει με τους ρευματισμούς.
Και ποιος γνωρίζει αν ο ένας τιμωρείται για την κακία του και ο άλλος εξυψώνεται για την αρετή του, ή αν συμβαίνει το εντελώς αντίθετο: ο ένας δηλαδή να εξυψώνεται εξ αιτίας της κακίας του και ο άλλος να υποφέρει χάριν της αρετής του; Έτσι ο ένας υψώνεται περισσότερο, για να πέσει και χειρότερα, αφού έχει αφήσει προηγουμένως όλη του την κακία να εκραγεί σαν αρρώστια, ώστε να τιμωρηθεί και δικαιότερα. Ενώ ο άλλος θλίβεται προς απορία των υπολοίπων, για να καθαρισθεί εντελώς, όπως ο χρυσός στο χωνευτήρι, αποβάλλοντας κάθε ίχνος κακίας που είχε. Διότι κανένας δεν είναι καθαρός από ηθικούς ρύπους [πρβλ. Ιώβ ιδ’ 4].
Από τα Ασκητικά, του αγίου Βασιλείου
Δεν οφείλονται στην ανθρώπινη φύση όλες οι ασθένειες, στις οποίες μερικές φορές βλέπουμε να είναι χρήσιμη η ιατρική. Διότι πολλές φορές οι ασθένειες είναι τιμωρίες για τις αμαρτίες μας και μας οδηγούν στη μετάνοια. Διότι η Γραφή λέγει: Όποιον αγαπά ο Κύριος τον παιδαγωγεί [Παροίμ. γ’ 12 & Εβρ. ιβ’ 6] και: Γι’ αυτό υπάρχουν πολλοί αδιάθετοι και άρρωστοι μεταξύ σας και αρκετοί έχουν πεθάνει. Διότι αν κρίναμε οι ίδιοι τους εαυτούς μας, δεν θα κρινόμασταν· κρινόμενοι δε από τον Κύριο παιδαγωγούμαστε, για να μην κατακριθούμε μαζί με τον κόσμο [Α’ Κορ. ια’ 30-32].
Σέ τέτοιες περιπτώσεις οι άνθρωποι πρέπει να είναι ήσυχοι, να αφήνουν κατά μέρος την ιατρική βοήθεια και να υπομένουν όσα επιτρέπει ο Θεός, σύμφωνα με εκείνον που λέγει: Θα υπομείνω την οργή του Κυρίου διότι αμάρτησα ενώπιον του [ Μιχ. ζ’ 9]. Επίσης να δείχνουν την διόρθωση τους κάνοντας έργα αντάξια της μετανοίας [πρβλ. Λουκ. γ΄ 8] και να ενθυμούνται τον Κύριο που λέει: Να, έγινες υγιής· μην αμαρτάνεις πλέον, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο [Ιω. ε’ 14].
Συμβαίνει δε κάποτε και κατ’ αίτησιν του πονηρού. Τότε δέχεται ο φιλάνθρωπος Κύριος και αποστέλλει στον αγώνα έναν ισχυρό αντίπαλο του διαβόλου και συντρίβει έτσι την κομπορρημοσύνη του με την καρτερική υπομονή του δούλου του, όπως ακριβώς το γνωρίζουμε ότι συνέβη στην περίπτωση του Ιώβ [ Ιώβ α’ 12, β’ 6].
Ή για να προβληθούν από τον Θεό σαν παράδειγμα προς τους φυγόπονους εκείνοι που μπορούν να υπομείνουν τα δεινά μέχρι θανάτου. Όπως ο Λάζαρος, ο οποίος, ενώ ήταν γεμάτος από τόσες πληγές, πουθενά δεν γράφει ότι ζήτησε κάτι από τον πλούσιο, ούτε ότι δυσανασχέτησε για την κατάσταση του. Γι’ αυτό και βρήκε την ανάπαυσι στους κόλπους του Αβραάμ, διότι ακριβώς δέχθηκε τα κακά στην διάρκεια της ζωής του [Λουκ. ις’ 25].
Βρήκαμε όμως ότι υπάρχει και άλλη αιτία για τις ασθένειες των αγίων, όπως στην περίπτωση του Αποστόλου Παύλου. Για να μη φανεί δηλαδή ότι υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης φύσεως και για να μη σκεφθεί κανείς ότι υπερτερεί έναντι των άλλων ως προς την φυσική κατασκευή -όπως το έπαθαν οι κάτοικοι της Λυκαονίας, που του προσέφεραν στέμματα και ταύρους [Πράξ.ιδ’ 13] – ήταν διαρκώς άρρωστος προς απόδειξιν ότι η φύση του ήταν πραγματικά ανθρώπινη.
Ποιο κέρδος λοιπόν θα μπορούσε να προέλθει σε όλους αυτούς από την ιατρική; Δεν διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο με το να περισπώνται από την πνευματική εργασία και να ασχολούνται με την φροντίδα του σώματος;
Όσοι όμως προξένησαν μόνοι τους την ασθένεια στον εαυτό τους, με την βλαβερή δίαιτα, πρέπει να χρησιμοποιήσουν την θεραπεία του σώματος σαν τύπο και παράδειγμα για την φροντίδα της ψυχής, όπως λέχθηκε πρωτύτερα.
Διότι το να αποφεύγουμε εντελώς τα αγαθά αποτελέσματα της ιατρικής δείχνει φιλόνικη διάθεση, ενώ πάλι το να εμπιστευόμαστε την ελπίδα της υγείας μας αποκλειστικά στους γιατρούς είναι ανόητο. Όπως λοιπόν, ενώ εμείς καλλιεργούμε την γη, ζητούμε από τον Θεό τους καρπούς και ενώ εμπιστευόμαστε στον κυβερνήτη το πηδάλιο του πλοίου, προσευχόμαστε στον Θεό, για να σωθούμε από την τρικυμία, έτσι ακριβώς και όταν καλούμε τον γιατρό, αν υπάρχει ανάγκη, δεν παύουμε να ελπίζουμε στον Θεό.
Από τα Κεφάλαια, του αγίου Μαξίμου
Ο φρόνιμος, αναλογιζόμενος την ιατρεία που επιφέρουν οι αποφάσεις του Θεού, υπομένει ευχαρίστως τις συμφορές, που εξ αιτίας εκείνων τού συμβαίνουν, και τίποτε άλλο δεν θεωρεί αίτιο, παρά μόνο τις αμαρτίες του.
Ο ανόητος όμως, επειδή αδυνατεί να καταλάβει την σοφώτατη πρόνοια του Θεού, όταν αμαρτάνει και τιμωρείται, θεωρεί υπευθύνους για τις συμφορές του ή τον Θεό ή τους ανθρώπους.
Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να αποφύγει την μέλλουσα κρίση αυτός που αμάρτησε, χωρίς να υποβληθεί εδώ, είτε σε εκούσιους κόπους, είτε σε ακούσιες συμφορές.
Πηγή: (ΕΠΕ, Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών 13Β, Αναστασίου του Σιναΐτη. Άπαντα τα έργα. Ερωταποκρίσεις Α΄ – ΞΔ΄. εκδ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλλονίκη 1998.), Ελληνική Πατρολογία

